διακονέω

διᾱκον-έω, [dialect] Ion. [pref] διηκ-, [tense] impf.
A

ἐδιακόνουν E.Cyc.406

(dub.), Alc. Com.13, Nicostr.Com.36; later

διηκόνουν Ev.Matt.4.11

: [tense] fut.

-ήσω Hdt.4.154

, Pl.Grg.521a: [tense] aor.

διηκόνησα Aristid.2.198

J.; inf.

-ῆσαι Antipho 1.16

: [tense] pf.

δεδιακόνηκα Arched.3.8

:—[voice] Med., [tense] impf.

διηκονούμην Luc.Philops.35

: [tense] fut.

-ήσομαι Id.DDeor.4.4

: [tense] aor.

διηκονησάμην Id.Tyr.22

:—[voice] Pass., [tense] fut.

δεδιακονήσομαι J.AJ18.8.7

: [tense] aor.

ἐδιακονήθην D.50.2

: [tense] pf. δεδιακόνημαι, v. infr. 11: ([etym.] διάκονος):—minister, do service, abs., E.Ion 396, Ar.Av.1323, POxy.275.10(i A.D.): c. dat. pers., serve D.19.69, etc.;

δ. διακονικὰ ἔργα Arist.Pol.1333a8

; δ. ὑποθήκαις τινός Antipho 1.17; δ. παρὰ τῷ δεσπότῃ Posidipp.2; δ. πρὸς ὠνήν τε καὶ πρᾶσιν Pl.R.371d:—[voice] Med., minister to one's own needs, serve oneself, S.Ph.287;

αὑτῷ διακονεῖται Ar.Ach.1017

; διακονοῦντες καὶ διακονούμενοι ἑαυτοῖς acting as servants and serving themselves, Pl.Lg.763a: also simply like [voice] Act.,

οἶνον ἡμῖν χρυσίῳ διακονούμενοι Luc.Asin.53

, cf. Lib.Or.53.9:—[voice] Pass., to be served,

οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι Ev.Matt.20.28

.
2 to be a deacon, 1 Ep.Ti.3.10,13.
II c.acc.rei, render a service,

τινὶ ὅ τι ἂν δεηθῇ Hdt.4.154

, cf.Pl.Plt.290a;

δ. γάμους Posidipp.26.19

:—[voice] Pass., to be supplied, τῇ πόλει ἐδιακονήθησαν [αἱ πράξεις] D.50.2
;

τῶν καλῶς δεδιακονημένων Id.51.7

: c. dat. instr.,

ἐκπώμασι διακονείσθωσαν OGI383.159

(i B.C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διηκονήσω — διακονέω minister aor subj act 1st sg διακονέω minister fut ind act 1st sg διακονέω minister aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδιηκόνηκεν — διακονέω minister perf ind act 3rd sg διακονέω minister plup ind act 3rd pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηκονεῖτο — διακονέω minister pres opt mp 3rd sg (epic ionic) διακονέω minister imperf ind mp 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηκονήσατε — διακονέω minister aor imperat act 2nd pl διακονέω minister aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηκόνει — διακονέω minister pres imperat act 2nd sg (attic epic) διακονέω minister imperf ind act 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηκόνουν — διακονέω minister imperf ind act 3rd pl (attic epic doric) διακονέω minister imperf ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδιηκονηκέναι — διακονέω minister perf inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεδιηκόνηκα — διακονέω minister perf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηκονησάμεθα — διακονέω minister aor ind mid 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηκονοῦντο — διακονέω minister imperf ind mp 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηκονήθη — διακονέω minister aor ind pass 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.